Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

..ο κόσμος που αφήσαμε και χάθηκε...





Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη
.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.


("Ο Πληθυντικός Αριθμός" της Κικής Δημουλά.)






Για τον κόσμο που μας “παίρνουν” και τον κόσμο που  αφήνουμε και “χάνεται”… εκείνος ο κόσμος που αγαπήσαμε και έχουμε καλά κρυμμένο στις παιδικές μας ψυχές…
τα αθώα  παιδικά μας γέλια, οι μνήμες, η νοσταλγία. Και η Ελλάδα της ανθρωπιάς και της ντομπροσύνης, που γνωρίσαμε και χάνεται. Ανεπιστρεπτί. Μας τελειώνει κι η αθωότητα… 


     

...famous blue raincoat...

                                                                  
                                 
     It's four in the morning, the end of December
I'm writing you now just to see if you're better
New York is cold, but I like where I'm living
There's music on Clinton Street all through the evening.

I hear that you're building your little house deep in the desert
You're living for nothing now, I hope you're keeping some kind of record.

Yes, and Jane came by with a lock of your hair
She said that you gave it to her
That night that you planned to go clear
Did you ever go clear?

Ah, the last time we saw you you looked so much older
Your famous blue raincoat was torn at the shoulder
You'd been to the station to meet every train
And you came home without Lili Marlene

And you treated my woman to a flake of your life
And when she came back she was nobody's wife.

Well I see you there with the rose in your teeth
One more thin gypsy thief
Well I see Jane's awake --

She sends her regards.
And what can I tell you my brother, my killer
What can I possibly say?
I guess that I miss you, I guess I forgive you
I'm glad you stood in my way.

If you ever come by here, for Jane or for me
Your enemy is sleeping, and his woman is free.

Yes, and thanks, for the trouble you took from her eyes
I thought it was there for good so I never tried.

And Jane came by with a lock of your hair
She said that you gave it to her
That night that you planned to go clear
                                        

..να συντρίψουμε τα είδωλα...

 
«... να συντρίψουμε τα είδωλα... »
  
«...Εχω μέσα μου αίμα ηρώων. Μην ακούς όσα λένε οι μικροί. Είναι ανίδεοι από βίαιους παλμούς και ψηλά πετάγματα, κοιτάνε πολύ προς τα Κείμενα και τα Καθιερωμένα. Την ψυχή τους δε σφυρηλάτησε τ' Ονειρο, δεν καθαγίασεν η Σκέψη. Ξέρουνε ένα "πρέπει" και τίποτ' άλλο, είναι η πιο μουγκή εκδήλωση της Ζωής...
*
Εμείς όμως, οι Τεχνίτες, οι Εμπνευσμένοι, τι ψηλά που στεκόμαστε, τι ευγενικά νοσταλγούμε, τι ηρωικά ποθούμε. Δυο φτερούγες απλωτές είναι μέσα μας και χτυπούν ρυθμικά. Βγαλμένοι όξω απ' τα ταπεινά, μετεωρισμένοι στο διάστημα, πανελεύθεροι και πάνσοφοι, καταλυτές των παλιών και των σάπιων, πάνοπλοι με τα φώτα της Επιστήμης και της Ομορφιάς, σφριγηλοί, ακόρεστοι, πλούσιοι από νιάτα, σκληροί, πατώντας και συντρίβοντας, όλοι αίμα, όλοι ρίγος, φρουροί κι εγγυητές των θησαυρών του Μέλλοντος, βασιλιάδες, του Τώρα και του Πάντα, σαλπίζουμε το εγερτήριο Σάλπισμα που συνταράζει τους Νεκρούς...
*
Τρικυμίζει μέσα μου το Θείο Πνεύμα της Καταστροφής.
Αηδιασμένος απ' το γύρω μου καθεστώς, φτύνοντας απάνου στη Ρωμαίικη Τέχνη καθώς την κατάντησαν οι ανθρωπάκοι των γραμμάτων, αποφασισμένος για τρανούς αγώνες, λυτρωμένος απ' τις ταπεινές ελπίδες των προλήψεων και των μικροσυμφερόντων, σήμερα, πρώτη φορά, κρούω το πολεμόχαρο τραγούδι μου πλατύστομα και ειλικρινά.
*
Είναι τώρα κάμποσος καιρός, που - ντροπή μας - ένα σωρό μικράνθρωποι μπήκαν μες στο άλσος της Τέχνης και κουρέψανε τις δάφνες την ώρα που όλα τα έθνη φέγγουν κι αστραποβολούν από χίλιων ειδών μουσικές συμφωνίες, παιγμένες από ευγενικότατα χέρια στ' ακρότατα όρια μιανής υπεράνθρωπης Λύρας, που η Τέχνη πιο πολύ από πάντα στεριώνει το μέγα της βασίλειο απάνω απ' τα βαλτόνερα κι απ' τους βατράχους, εμείς εδώ ανεχόμαστε ν' ανεβαίνουν το πορφυρό θρονί παράσιτα και χίλια μαλάκια, στενοκέφαλοι κι αντιπαθητικοί, και μακάριοι φχαριστούμαστε διαβάζοντας πως ο κ. Α ή Β "εποιήσατο ενώπιον εκλεκτού ακροατηρίου διάλεξιν περί κτλ., ο σοφός ομιλητής κατεχειροκροτήθη". Κι εμείς ξέρουμε πως ο κ. Α ή Β είναι μια μετριότητα αξιοπεριφρόνητη και κωμική, και στη ζωή και στην Τέχνη, ένας αυθάδης παρείσακτος, που αλλού μήτε γι' ακροατής διαλέξεων δε θα 'κανε...
*
Γι' αυτά και γι' άλλα, καλώ το Νέο Ελληνικό Πνεύμα να συνεργαστεί μαζί μου στο γκρέμνισμα των Ψεύτικων Ειδώλων που κυριαρχούν, χάρη στην εγκληματική τους νωχέλεια κι αδιαφορία, κι αντιπροσωπεύουν στην Ευρώπη τη Διανοητική μας Παραγωγή, εμποδίζοντας έτσι το Ξεφανέρωμα των Γνήσιων Ελληνικών Ζωτικών Δυνάμεων.
Καλώ τους Νέους, που βράζει μέσα τους το αίμα, κι είναι καλεσμένοι γι' αυριανούς θριάμβους, να συντρίψουμε τα είδωλα και να μπούμε εμείς μπροστά.
Να ρίξουμε ό,τι ξέρουμε για ψεύτικο και για πλαστό, να σεβαστούμε μοναχά ό,τι στέκεται Ιερό και ό,τι καθοσίωσεν η Αγνή Εμπνευση.
Σας περιμένω».
***
Το «Μανιφέστο» του Λαπαθιώτη δημοσιεύτηκε στον «Νουμά». Το 1914


      
                (το τραγούδι είναι το "old man" του Neil Young)                                                       

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Όταν ο κόσμος μας ήταν μικρός...

  
  Ήταν πριν πολλά χρόνια, τότε που οι άνθρωποι δεν είχαν ακόμα χωριστεί σε πλούσιους και φτωχούς κι όλα πάνω στη γη ήταν μικρά, στενά και λίγα. Τα σπίτια μας ήταν μικρά, τα μαγαζιά ήταν μικρά, η οδός Μουσών ήταν στενή, το κρεβάτι μου ήταν στενό, οι εκκλησίες ήταν μικρές, οι φίλοι μου ήταν μικροί.Και τα ρούχα μας ήταν στενά και λίγα,αφού ο παπα-Γιώργης που μας τα ΄δινε δε μας μετρούσε με τη μεζούρα. 
   Η ίδια η γη ήταν τόσο μικρή,που όταν πήγα σχολείο την είδα πάνω στο τραπέζι του δάσκαλου και μπόρεσα να την αγκαλιάσω.Τα αυτοκίνητα και τα αεροπλάνα ήταν τόσο λίγα, που όταν έβλεπες ένα χειροκροτούσες και το κοίταζες ώσπου να χαθεί, γιατί θ' αργούσες πολύ να ξαναδείς άλλο.Τηλέφωνο ούτε ακούγαμε ούτε βλέπαμε.Για να το δει κανείς έπρεπε να φάει ξύλο.Αν ήταν μικρός, στο γραφείο του διευθυντή του σχολείου....αν ήταν μεγάλος, στο γραφείο του διευθυντή της αστυνομίας
   Το φαί ήταν τόσο λίγο, που όταν το είχαν οι άνθρωποι μπροστά τους κάνανε το σταυρό τους σαν μπροστά σε εικόνισμα.Κλέφτες δεν υπήρχαν, γιατί οι άνθρωποι δεν είχαν τίποτα να τους κλέψεις.Το μόνο που έκλεβαν κάθε τόσο τα παλικάρια ήταν καμμιά όμορφη κοπέλα, κι αυτό γιατί ο μπαμάς της τσιγγουνευόταν να τους τη δώσει κι αφού εκείνη προηγουμένως τους είχε κλέψει την καρδιά.
 
(απόσπασμα απο "Το μονοπάτι στη θάλασσα" του Αντώνη Σουρούνη)
                 
                                                                                                                                                          
                   

                                                                                                   


Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

.. τεμενάδες κάνουν πάλι στον τύραννο και στον προδότη.

Στο Σύνταγμα ξανά ο κόσμος...κι εγώ θυμήθηκα τον Γκάτσο όταν έγραφε..."χαμένα αδέλφια δείχτε μου ένα δρόμο...χαμένη Ελλάδα την πόρτα σου χτυπώ".Πόσο φοβάμαι ότι είναι αργά πια να προστατέψουμε το "τώρα"μας και το "μετά" μας!..."σκοτεινό το τραγούδι που θα πω,τα συντρίμια του τόπου μου πατώ"..νάτος πάλι ο Γκάτσος!

     Πότε θ' ανθίσουνε τούτοι οι τόποι?
     Πότε θα 'ρθούνε καινούργιοι ανθρώποι
     να συνοδεύσουνε τη βλακεία
     στην τελευταία της κατοικία?

                                       

                                                                                  
          

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

 
   Επειδη βαρέθηκα τα τίποτα να περνιούνται για σπουδαία...επειδη δεν θέλω να ακούω άλλες ανοησίες και να προσπαθω να ανιχνεύσω την ομορφια μέσα σ'αυτες...(και άντε να βρεις κάτι που δεν υπάρχει!!!)...γι' αυτο αφήνω τον Αλκαίο και τον Μαυρουδη και την Αρλέτα να κάνουν αυτο που έκαναν πάντα...να γλυκαίνουν τη καρδια μου!Ελπίζω και την δικιά σας!

      
Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό
στη γειτονιά μας καπνίζει ένα φουγάρο
κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο
και σαν καφέ πικρό και σαν καφέ πικρό

Άδειοι οι δρόμοι δε φάνηκε ψυχή
και το φεγγάρι μόλις χάθηκε στη Δύση
και γω σε γυρεύω σαν μοιραία λύση
και σαν Ανατολή και σαν Ανατολή

Βγήκε ο ήλιος το ράδιο διαπασών
μ' ένα χασάπικο που κλαίει για κάποιον Τάσο
κι εγώ σε ποντάρω κι ύστερα πάω πάσο
σ' ένα καρέ τυφλών σ' ένα καρέ τυφλών




Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

παμε θαλασσα?



Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
        φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
        και την ευφραίνει.

  
                                                                 

ἡ αὐθεντικὴ ποίηση τῆς καθημερινότητας


Ὅταν ἡ Κικὴ Δημουλᾶ ρωτήθηκε σὲ παλαιότερη συνέντευξή της: «τί εἶναι ποίημα γιὰ σᾶς;», ἔδωσε τὴν ἑξῆς ἀπάντηση: Πρῶτα-πρῶτα μιὰ συνάντησή μου μὲ λέξεις ποὺ ἔχουν καθαρὰ βασανιστικὲς προθέσεις ἀπέναντί μου. Μοῦ ἀντιστέκονται καὶ πρέπει νὰ κάνω μεγάλες διαπραγματεύσεις μαζί τους.Ἐπίσης ἡ ἴδια ἔχει πεῖ: Ἂν κάποιος τὴν ὥρα ποὺ διαβάζει ἕνα ποίημα πεῖ «ἔτσι νιώθω κι ἐγώ» κι ἂν ὑποθέσουμε ὅτι αὐτὸ τὸν βοηθάει, εἶναι γιὰ πέντε λεπτά. Τὰ ἑπόμενα πέντε λεπτὰ περιμένει ἡ ζωὴ ἀπ᾿ ἔξω μὲ τὸ ντουφέκι της καὶ τοὺς πυροβολισμούς της. Καὶ ἡ ποίηση δὲν μπορεῖ νὰ προκαλέσει ἀφλογιστίες, οὔτε ἀλεξίσφαιρο εἶναι ἡ ποίηση.

 
.